Όταν υλοποιήθηκε το project sub2 marathon σε ελεγχόμενη διαδρομη γνωρίζαμε πως ειναι θέμα χρόνου να γινει και σε επίσημο αγώνα. Δεν ηταν το πρωτο boundary project εξάλλου.
Για δεκαετίες θεωρούνταν αδύνατο να σπάσουν τα 4’ στο μίλι. Ήταν μάλιστα κάτι που οι επιστήμονες της εποχής θεωρούσαν ότι δεν μπορεί να το αντέξει το ανθρώπινο σώμα. Μέχρι που ήρθε ο Roger Bannister το 1954 να κανει 3:59.4. Μεσα στον επόμενο χρονο το πέτυχαν και αλλοι δρομείς και απο τότε πολλοί ακομα. Άλλα ορια ηταν τα 10” στα 100μ (Jim Hines – 1968 → 9.95), τα 52” στα 100μ ελεύθερο κολύμπι (Mark Spitz – 1972) και πολλα άλλα μικρότερα ή μεγαλυτερα ανθρώπινα όρια.
Οταν τεθηκε το ερωτημα των 2 ωρων στον μαραθωνιο, δημιουργηθαν αρκετα clubs που το κυνηγησαν. Ενα απο αυτα ειναι και το 2 running Club του Claudio Berardelli στο Kapsabet της Κένυας το οποίο δεν είναι απλώς ενα club αλλά ένα performance ecosystem.
Claudio Berardelli
Σε μια εποχή όπου η συζήτηση γύρω από την απόδοση περιστρέφεται όλο και περισσότερο γύρω από δεδομένα, τεχνολογία και «τέλειες» μεθόδους, η παρουσία του Claudio Berardelli έρχεται σχεδόν να λειτουργήσει αντισταθμιστικά. Δεν είναι ο προπονητής που θα εντυπωσιάσει με θεωρητικές υπερδομές. Είναι αυτός που, αθόρυβα αλλά σταθερά, βρίσκεται πίσω από μερικούς από τους ταχύτερους δρομείς στον κόσμο και πλέον, πίσω από τον νέο κάτοχο του παγκόσμιου ρεκόρ στον μαραθώνιο.
Γεννημένος στην περιοχή της Brescia, ο Berardelli ξεκίνησε τη διαδρομή του με σπουδές στις αθλητικές επιστήμες και μια αρχική σύνδεση με το προπονητικό σύστημα του Gabriele Rosa. Ωστόσο, το πραγματικό turning point ήρθε το 2004, όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κένυα. Όχι για να «διδάξει» προπονητική, αλλά όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, για να τη μάθει ξανά από την αρχή. Στο Rift Valley, ένα φυσικό και πολιτισμικό οικοσύστημα που έχει αναδείξει γενιές κορυφαίων δρομέων, ο ίδιος δεν λειτούργησε ως φορέας γνώσης, αλλά ως παρατηρητής και σταδιακά ως μέρος του ίδιου του συστήματος.
Η σύγχρονη τάση, σε άμεση συνάφεια με την επιστημονική πρόοδο, ευνοεί την ομαδοποίηση και την υπερεξάρτηση από αριθμούς και τεχνικούς όρους. Έτσι, η ζωντανή σχέση με το αντικείμενο υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε ερμηνείες που διαμεσολαβούνται από απρόσωπους αλγορίθμους. Αντιθέτως η εξέλιξη του Berardelli διαμορφώθηκε μέσα από καθημερινή τριβή με ελίτ αθλητές, μέσα από συνεχή προσαρμογή και μέσα από την ικανότητα να παρατηρεί στο πεδιο πριν παρέμβει. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι οι πρώτοι του «δάσκαλοι» στην Κένυα ήταν οι ίδιοι οι αθλητές, και αυτό ίσως εξηγεί γιατί η προπονητική του προσέγγιση δεν είναι δογματική.
Ο Claudio Berardelli έχει συνδέσει το όνομά του με μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα των μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, όπως οι Alfred Kirwa Yego, Janeth Jepkosgei και Nancy Lagat. Παράλληλα, έχει συμβάλει στην εξέλιξη κορυφαίων μαραθωνοδρόμων, όπως ο Evans Chebet, με νίκες σε μεγάλες διοργανώσεις όπως οι Μαραθώνιοι Βοστώνης και Νέας Υόρκης. Τα τελευταία χρόνια, μέσω του 2 Running Club στην Κένυα, συνεχίζει να καθοδηγεί ανερχόμενους δρομείς όπως ο νεος κατοχος της κορυφαιας επιδοσης στον μαραθωνιο, Sebastian Sawe.
Η σύντομη απάντηση είναι όχι. Ο ίδιος απορρίπτει την ιδέα μιας ενιαίας «Kenyan method» και αντ’ αυτού μιλά για μια προσέγγιση που βασίζεται στην απλότητα, στη συνέπεια και στη βαθιά κατανόηση του αθλητή. Η προπόνηση δεν είναι μια άσκηση επιβολής, αλλά μια διαδικασία δημιουργίας συνθηκών μέσα στις οποίες το ταλέντο μπορεί να εκφραστεί χωρίς να περιορίζεται από υπερβολική δομή. Στις προπονήσεις βασιζεται κυριως στην αισθηση, δίνοντας όμως και καταγράφοντας συγκεκριμένους ρυθμούς με ακρίβεια δευτερολέπτων. (βλ. εδώ)
Ένα απο τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της φιλοσοφίας του είναι ότι η προπονητική δεν περιορίζεται σε ένα πρόγραμμα. Σε ένα περιβάλλον όπως αυτό της Κένυας, όπου η επιτυχία ενός αθλητή μπορεί να αλλάξει τη ζωή ολόκληρης οικογένειας ή και γενεών, η πίεση είναι πολυεπίπεδη. Αυτή η «πείνα» δημιουργεί τεράστια ανθεκτικότητα, αλλά και τον κίνδυνο υπέρβασης των ορίων. Ο Berardelli επενδύει στη συναισθηματική σταθερότητα, στη διαχείριση των εξωαγωνιστικών πιέσεων και στη δημιουργία ενός πλαισίου ασφάλειας, γιατί χωρίς αυτά ακόμη και το μεγαλύτερο ταλέντο δυσκολεύεται να αντέξει.
Παρότι η προπόνηση γίνεται σε group, η ματιά του παραμένει βαθιά ατομική. Δεν βλέπει απλώς μια ομάδα, αλλά ξεχωριστές ιστορίες και προσωπικότητες μέσα σε ένα κοινό περιβάλλον. Εκεί βρίσκεται και η λεπτή ισορροπία: να αξιοποιήσεις τη δυναμική της συλλογικότητας χωρίς να χάσεις την ιδιαιτερότητα του κάθε αθλητή.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της φιλοσοφίας του είναι η σχέση του με τον χρόνο. Δεν βιάζεται να οδηγήσει έναν αθλητή στην κορύφωση, ούτε επιδιώκει άμεσα αποτελέσματα. Υπάρχει μια διακριτική εμπιστοσύνη στη διαδικασία, μια επιμονή στη βάση και μια αποδοχή ότι η υψηλή απόδοση είναι αποτέλεσμα ωρίμανσης και όχι επιτάχυνσης. Σε μια εποχή που συχνά επιβραβεύει το άμεσο, αυτή η στάση μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική.
Η πορεία του Claudio Berardelli αποτελεί ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα μιας σύγχρονης αλήθειας στην προπονητική. Η γνώση δεν είναι ούτε αποκλειστικά θεωρητική ούτε αποκλειστικά εμπειρική. Χτίζεται στη συνάντηση των δύο, μέσα από την καθημερινή παρουσία, την προσαρμογή και την ουσιαστική κατανόηση του ανθρώπου πίσω από την επίδοση.
Αν το ερώτημα είναι «ποιος είναι ο προπονητής του νέου κατόχου του παγκόσμιου ρεκόρ στον μαραθώνιο», η απάντηση είναι ένα όνομα. Αν όμως το ερώτημα γίνει λίγο βαθύτερο: "τι είναι αυτό που επιτρέπει σε έναν προπονητή να φτάσει εκεί;" ΄τότε η απάντηση μετακινείται. Bρίσκεται κάπου ανάμεσα στην επιστήμη, την εμπειρία και, κυρίως, στη σχέση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά πίσω από τις περισσότερες κορυφαίες επιδόσεις, θα διαπιστώσει ότι συχνά δεν βρίσκεται μια «μυστική μέθοδος», αλλά μια βαθιά, μακροχρόνια σχέση που επιτρέπει στην προπόνηση να αποκτήσει νόημα και κατεύθυνση.
Ο Patrick Sang, για παράδειγμα, δίπλα στον Eliud Kipchoge, δεν λειτούργησε ποτέ ως απλός σχεδιαστής προγραμμάτων. Περισσότερο μοιάζει με ρυθμιστή ενός περιβάλλοντος όπου η συνέπεια, η ηρεμία και η ψυχολογική σταθερότητα γίνονται προϋποθέσεις απόδοσης. Αντίστοιχα, ο Gjert Ingebrigtsen, πίσω από την εξέλιξη των παιδιών του, αξιοποίησε τη σχέση σε βαθμό σχεδόν απόλυτης εμπλοκής, μετατρέποντάς την σε εργαλείο υψηλής απόδοσης , με όλα τα πλεονεκτήματα αλλά και τα μειονεκτήματα της..
Ακόμη και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως αυτό που δημιούργησε ο Colm O'Connell στην Κένυα, η επιτυχία δεν προέκυψε από την επιβολή μιας μεθόδου, αλλά από τη σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης και κουλτούρας. Εκεί, η προπόνηση δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από το πλαίσιο ζωής των αθλητών, αλλά ενσωματωμένη σε αυτό.
Πίσω από τις επιδόσεις που μοιάζουν να σπάνε τα όρια, βρίσκεται σχεδόν πάντα μια σχέση που αντέχει στον χρόνο και ξεπερνά τα πρωτόκολλα. Μια σχέση που δεν δημιουργεί απλώς την προπόνηση, αλλά την προσαρμόζει πάνω στον ίδιο τον αθλητή, στις μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες που δεν αποτυπώνονται σε αλγορίθμους, αλλά γίνονται αντιληπτές μόνο μέσα από την παρουσία και την ματιά του προπονητή.
Η προπονητική, στον πυρήνα της, εμπεριέχει μια βαθιά σύνδεση με το πεδίο και τον άνθρωπο. Και εν τέλη δεν αφορά το πώς θα δημιουργηθεί ένα σύστημα που εξυπηρετεί πολλούς, αλλά το πώς θα διαμορφωθεί κάθε φορά το κατάλληλο πλαίσιο για τον καθένα ξεχωριστά.
Γιώργος Λουφέκης
BSc Αθλητικές Επιστήμες
cMSc Βελτιστοποίηση αθλητικής απόδοσης
cMSc Συνθετική Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία
